Έως ότου…

  • “Όταν ήμουν μικρή ρωτούσα τη μητέρα μου αν κοιτώντας τη θάλασσα θα μπορούσαν τα μάτια μου να γίνουν μπλε.”, είπε σε μια στιγμή η Σ.

    “Αυτό είναι πολύ γλυκό.”, είπε ο Β.

    “Εγώ πάλι κοιτούσα τα κομμάτια στο λιμάνι και πρασίνισαν”, είπε ο Γ.

    Γέλασαν.

    Ο Β. αποχώρισε αναλογίζοντας τις δουλειές που είχε αμελήσει. Ο Γ. ανέφερε ότι και γι αυτόν αυτό θα ήταν το τελευταίο τσιγάρο και θα έφευγε. Το παρόν ειπώθηκε πολλές φορές αλλά καμιά φορά δεν έφερε την απαιτούμενη επιθυμία. Οι δύο ξένοι έμειναν καθυλωμένοι ο ένας στον άλλον για ένα απροσδιόριστο διάστημα.

    “Είσαι τυχερός που μένεις εδώ. Είσαι ανά πάσα στιγμή σε απόσταση ανάσας από το άπειρο. Το άπειρο που δημιουργεί αυτή η θάλασσα, με τα χρώματά της, τα καπρίτσια της και την ιδιότητα που έχει να σε παρασύρει, να σε ταξιδεύει, να σου αδειάζει το μυαλό”, είπε η Σ.

    “Έχω ταξιδέψει πολύ στην Ελλάδα αλλά αποφάσισα να χτίσω το σπίτι μου εδώ. Όχι επειδή είναι κοντά στη γενέτειρα μου, την Καλαμάτα, αλλά επειδή αυτό το μέρος με ηρεμεί, με γεμίζει.”

    Πολλά ειπώθησαν ως προς τις διαφορές εξωτερικού με Ελλάδα, τα τατουάζ, το μέλλον…και τα λοιπά. Kαι έτσι έπειτα από ώρα, τα μάτια της έλαμπαν σαν κάποιος να είχε φυσήξει ζωή μέσα τους. Το σώμα της παλόταν στο ρυθμό των κυμάτων, ενώ τα μαλλιά της χρύσιζαν ανακλώντας το φως του φεγγαριού και των αστεριών. Η ζωή που κυλούσε στα δεξιά της ξαφνικά έτρεχε χωρίς αυτούς δημιουργώντας μια θολούρα. Μια θολούρα που έμπλεκε τα φώτα, τους θορύβους, τις σκιες…σημεία ασήμαντα. Το τραπέζι εξέπεμπε την ψευδαίσθηση ότι όριζε την αιωνιότητα…

    Στα μάτια τους δύο θάλασσες, με μοναδικό χώρισμα μια πύλη. Δυο θάλασσες που είτε χτυπούσαν την πύλη δειλά είτε χόρευαν στον άνεμο πασχίζοντας να του δώσουν ορμή ν’ ανοίξει αυτός την πύλη. Μέχρι που μια άμποτη, τράβηξε τη μια θάλασσα, αφού ένας από τους θορύβους του περιβάλλοντα χώρου έγινε πιο οξύς…και έσπασε τη θολούρα της ζωής σε ένα σημείο. Αυτό όμως γρήγορα επουλώθηκε…και οι δυο τους γύρισαν τα βλέμματα στο μόνο πράγμα που θεωρούσαν αληθινό και το μόνο που πλέον είχε νόημα και αυτό ήταν η θάλασσα.

    “Είχα δίκιο τελικά. Αποτελούσα και εξακολουθώ ν’ αποτελλώ ένα κύμα στις ζωές των άλλων. Περνώ και φεύγω από αυτές οδηγούμενη από τον άνεμο, γνωρίζω παραλίες και λιμάνια και μετά από λίγο, αποσείρομαι στον ωκεανό.”, ψιθύρισε μετά από μια βαθιά ανάσα, χωρίς να χάνει ούτε για λίγο τα μάτια του σαν υπνοτισμένη.

    “Το λιμάνι, όμως, θα είναι εδώ και το κύμα θα ξαναεμφανιστεί”,

    αποκρίθηκε αυτός με σιγουριά.

    “Κάνε τον βυθό σου κύμα και ακολούθησέ με…”, ζήτησε η σειρήνα παρακλητικά.

    Σιωπή γέμισε τα κενά της έντασης και της επιθυμίας. Ο αναπτήρας γλύστρισε από το τραπέζι και επακολούθησε μια παύση γέλωττα με αφορμή τη βαρύτητα που ήλκυε το κάθετι στο σκληρό, τραχύ έδαφος.

    “Πώς μπορείς να το κάνεις αυτό; Πώς μπορείς να με κάνεις να θέλω να εξατμιστώ στην επιφάνεια του βράχου και να γίνω ένα με την αύρα του;”, ομολόγησε αυτή.

    “Παίζεις με το μυαλό μου και έχω χάσει τις λέξεις”, τόλμησε να ξεστομίσει αυτός.

    “Οι λέξεις έχουν γίνει σύμβολα και έχουν μπλεχτεί ακυρώνοντας κάθε πιθανό νόημα. Και όμως όλα έχουν αποκτήσει ουσία.”

    Κοιτάχτηκαν ξανά για αιώνες όπως τους φάνηκε.

    Πριν μείνουν μόνοι, η κοπέλα έχοντας γυρισμένο το βλέμμα της προς τη θάλασσα και τους είχε μιλήσει για ένα σύμβολο που τη χαρακτηρίζει. Μια πύλη που οδηγεί στη θάλασσα. Ανέφερε επίσης ότι αν ποτέ έκανε τατουάζ, το θέμα της θα ήταν αυτό. Τώρα έχοντας μείνει μόνοι να κοιτάζονται χωρίς να ενδιαφέρονται για το αν υπάρχει κανείς γύρω τους, αυτός τη ρώτησε τι σκέφτεται.

    “Σκέφτομαι πόσο όμορφη είναι η ατμόσφαιρα.”

    “Δηλαδή;”

    “Η θάλασσα, η αλμύρα στον αέρα, το ουίσκι και ένα πολύ ενδιαφέρον άτομο απεναντί μου. Έχω μεθύσει και δε φταίει το αλκόολ”

    “Χμ…πώς το εννοείς το “ενδιαφέρον” γιατί μ’ ενδιαφέρει.”

    “…Δεν ξέρω αν μπορώ να το εκφράσω. Κάποιον με τον οποίο μπορώ να επικοινωνήσω. Κάποιον ο οποίος δεν θα σταματήσει τον ειρμό μου με την ανόητη δικαιολογία ότι ‘βάθυνα’. Εσύ πώς εννοείς το ενδιαφέρον;”

    “Από το γεγονός ότι έχω ανάψει τόσα τελευταία τσιγάρα αλλά ουσιαστικά δεν θέλω να φύγω.”

    Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό της. Γύρισε το κεφάλι της προς τη θάλασσα και με τη γαλήνη του ατελείωτου μπλε να κορνιζάρει τη φιγούρα της είπε:

    “Λένε πως οι στιγμές ευτυχίας διαρκούν κλάσματα δευτερολέπτου…εγώ τις τελευταίες ώρες έχω βυθιστεί σ’ ένα σύννεφο ευφορίας.”

    Και συνέχισε μετά από μια παύση “Γιατί; Γιατί; Γιατί τώρα; Γιατί εδώ;…”

    “Εγώ απλά χαίρομαι που σε γνώρισα έστω και αν αύριο φεύγεις.”

    “Και γω, είμαι τυχερή που σε γνώρισα. Αλλά λόγω απληστείας εκ φύσεως του ανθρώπου, θα μου άρεσε να σε είχα γνωρίσει πολύ πριν.”

    “Και μένα. Όλα γίνονται όμως για κάποιο λόγο”

    “Έχεις δίκιο, αλλιώς το κύμα θα είχε απλωθεί πάνω στην επιφάνεια της πέτρας.”

    “Αλλά θα μπορούσαμε επίσης να μείνουμε εδώ μέχρι την τελευταία στιγμή πριν φύγεις”

    Η κοπέλα χαμογέλασε. “Και μετά τι;”

    “Μετά…θα σε δω τα Χριστούγεννα”

    “…Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να γυρίσουμε Αθήνα τόσο νωρίς! Φεύγω για Αγγλία στις 23, τί να κάνω Αθήνα;”

    Τα μάτια τους τρεμόπαιζαν στα έντονα φώτα του μαγαζιού. Η κοπέλα έβγαλε κάθετι περιττό από πάνω της· το ρολόι, το κινητό της, και φόρεσε ξανά το βλέμμα του. Τα μάγουλά της είχαν πονέσει από το μόνιμο χαμόγελο της και είχαν κοκκινίσει από αμηχανία. Τα πόδια τους γυρίζαν δεξιά και αριστερά κάτω από το τραπέζι, τα σώματα τους άλλαζαν θέση κάθε λίγο…και τη σιωπή έσπασε το βραχιόλι της Σ. όταν έπεσε στο έδαφος. (Αυτό το βραχιόλι έγραφε το όνομα της)

    “Δεν έχει σημασία. Είναι καλύτερα να πέφτουν οι ταμπέλες.”, είπε με ανακούφιση σαν αυτό το βραχιόλι να την βάραινε πολύ, ενώ ο Γ. έσκυψε να το φτάσει.

     Έπειτα πέρασε το βραχιόλι στο χέρι της και το κούμπωσε. Το χέρι του χάιδεψε και κράτησε το δικό της, σπάζοντας την αμηχανία.

    “Τί σκέφτεσαι;”

    “Άστο.”

    “Εγώ σου λέω τόση ώρα τι σκέφτομαι.”

    “Δεν μπορώ να βρω τις σωστές λέξεις για να μην ακουστεί άγαρμπο.”

    “Μα και το άγαρμπο έχει τη χάρη του.”

    “Ναι. Μάλλον απλά δεν βρίσκω τις λέξεις. Ή καλύτερα, να χα τη θάλασσα χαρτί, τον ουρανό μελάνι, να σου γράψω τι σκέφτομαι δεν θα ήταν αρκετό. Οι λέξεις θα ‘ταν τόσο λίγες. Σου το ξαναείπα, αυτό μπορεί να λυθεί ή με σιωπή ή με πράξεις.”

    Η κοπέλα σιώπασε και μάζεψε το χέρι της χρησιμοποιώντας το για να βγάλει τα μαλλιά από το πρόσωπό της. Είπε αμήχανα, “Τόση ώρα τρώω μαλλιά”

    “Τόση ώρα τα παρατηρώ που χρυσαφίζουν. Είναι σαν τις γάζες της Σαλόμης που μάγεψε το Σαμσον.”

    “Τώρα ποιός παίζει με το μυαλό ποιανού;”

    “Γιατί εσύ δεν παίζεις τόση ώρα με το μυαλό μου;”

    Έστρεψε το βλέμμα της προς το βραχιόλι προστάζοντας το να πέσει ξανά. Ο Γ. έσπευσε να το πιάσει λέγοντας, “Όχι μην πέσεις” μοναχά για να πιάσει το χέρι της ξανά. Η Σ. κοκκίνισε και πάλι.

    “Νιώθω σαν κορίτσι γυμνασίου, δεν έχω έλεγχο των εκφράσεων, των σκέψεων και των φράσεων μου και όλο αυτό είναι τόσο όμορφο…με γεμίζει…είμαι ευτυχισμένη! Χωρίς τη μουσική, τις σκιές, τα πρέπει, τα αύριο…”

    “Αυτό είναι τόσο γλυκό”

    “Και όλα αυτά επειδή κοίταξες μαζί μου τη θάλασσα.”

    “Δεν υπάρχουν σκιές εκεί.”

    “Υπάρχουν σκιές απλά δεν επιλέγουμε να τις παρατηρήσουμε. Δεν υπάρχει λόγος να τις παρατηρήσουμε. Είναι αυτό που είναι και είναι υπέροχη…”

    “Όπως αυτή η στιγμή. Χωρίς ταμπέλες, χωρίς φιλοδοξίες, τίποτα.”

    “Μα το τίποτα είναι περισσότερο από το όλα.”

    “Τώρα θα σε μιμηθώ…Γιατί; Γιατί; Γιατί;”

    “Αν ήξερα, θα το άλλαζα.”

    Οι ανάσες βάραιναν. Τα πόδια είχαν μπλεχτεί. Τα αστεία αμηχανίας είχαν σταματήσει.

    “Πάλι είμαστε μόνοι μας στο μαγαζί.”

    “Δεν θυμάμαι να υπήρχε ποτέ κάποιος. Μόνο σκιές και θόρυβος. Είναι αστείο…όταν ήμουν μικρή φοβόμουν το σκοτάδι, μέχρι που αποφάσισα να κάτσω ένα βράδυ για να δω τι είναι αυτό που με τρομάζει”

    “Και τί είδες;”

    “Ότι είναι πιο όμορφο από το φως. Χωρίς σκιές, χωρίς θόρυβο”

    “Εγώ όταν έφτιαχνα το σπίτι είχα μόνο τις απολύτως απαραίτητες λάμπες και ήταν υπέροχο το να ψάχνεις τα πάντα με την αφή. Να πιάνεις το πακέτο με τα τσιγάρα και να ψάχνεις το άνοιγμα για να ελέγξεις αν είναι όντως πακέτο.”

    “Μα, τα πάντα είναι πιο όμορφα όταν κλείνεις τα μάτια”

    Και οι δυο έκλεισαν τα μάτια και κούνησαν τα κεφάλια παιδικά μέχρι που ξέσπασαν στα γέλια. Μετά βυθίστηκαν ο ένας στα μάτια του άλλου σαν υπνοτισμένοι. Έρμαια της μαγείας της στιγμής.

    “Βλέπεις εσένα στο πρόσωπό μου”, είπε ο Γ.

    “Και εσύ το δικό σου στο δικό μου”

    “Ναι. Και επίσης αναλογίζομαι την πυραμίδα που έχουμε χτίσει τόση ώρα. Άρχισε με εμένα να κοιτάω δεξιά και αριστερά, και στο πέρασμα του βλέμματος μου να πιάνω την εικόνα σου σε μια στιγμή ώστε κοιτάζοντας τα βουνά, να έχω μια όμορφη εικόνα να επεξεργάζομαι, ενώ τώρα κοιταζόμαστε στα μάτια ακούραστοι.”

    “Να μου κρατάς το χέρι και να νιώθω ελαφριά μιας και το βάρος του κατεστιμένου έχει  φύγει και βαριά μιας και δεν θέλω να φύγω.”

    Ζήτησε συγνώμη και αποσύρθηκε στο λουτρό. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει σε κάθε φλέβα του σώματος της. Ξαφνικά ένιωσε ένα κύμα άγχους να τη διακατέχει…”Είναι όνειρο; Θα είναι εκεί όταν γυρίσω;”

    Γυρίζοντας στο τραπέζι, τον κοίταξε με ανακούφιση εξομολογώντας του το τι ένιωσε. Δεν της είχε ξανασυμβεί αυτό. Αυτός χαμογέλασε λέγοντας “Πόσο γλυκό”. Ένιωθε ότι έπρεπε να του διαβάζει κάθε της σκέψη…ένιωθε πως σιγά σιγά γίνονταν ένα. Δεν ήθελε να πάρει το βλέμμα της από πάνω του. Το σώμα της ήταν γεμάτο…δεν ήταν πεταλούδες, δεν ήταν μουσική…ήταν μέθη. Δεν έφταιγε το whiskey, έφταιγε η αλμύρα, η θάλασσα, το άγγιγμά του, ο βυθός στη ματιά του…ο βράχος στην καρδιά του…ο ναυτικός στα χείλη του…και ενώ την είχε αποκαλέσει σειρήνα, είχαν μαγνητιστεί και οι δύο. Ποιός θα βύθιζε ποιόν δεν ήταν ξεκάθαρο και παράλληλα αυτός είχε δημιουργήσει την παραίσθηση ότι δεν ήταν θέμα επήρειας αλλά η διαδικασία ενοποίησης δύο φαινομενικά αντίθετων στοιχείων. Ο αέρας και η φωτιά θα έσμιγαν και θα δημιουργούσαν κάτι υπέροχο. Η τουλάχιστον η ισορροπία που κρατούσε ο Γ. υποσχόταν αυτό.

    “Αν ανοίξω την πύλη, θα με παρασύρει η θάλασσα. Αν με παρασύρει η θάλασσα, θα χαθώ και ούτε το χέρι σου δεν θα μπορεί να με σηκώσει.” ψυθίρησε η Σ.

    “Ποιός θα παρασύρει ποιόν; Θα γίνουν ένα οι θάλασσες.” απάντησε ο Γ. σαν να είχε διαβάσει τις σκέψεις της. Αυτή του έδωσε ένα ντροπαλό μειδίαμα εκτεθειμένη.

    Η μαγεία κράτησε…η πυραμίδα…αγκρέμιστη. Η μέθη και η ευφορία δημιούργησαν ένα είδος hangover την επόμενη μέρα μιας και το σιδεράκι που της είχε δώσει αν και δεν κατάφερε να κρατήσει τις συζητήσεις, συμβόλιζε μια υπέροχη βραδιά, μια μαγική γνωριμία, ένα εκπληκτικό, τυχαίο συμβάν που της υπενθύμισε πως είναι το να νιώθει. Τελικά, ήταν καλό ή κακό το ότι την απόσειρε η μητέρα της αργότερα θλιμμένη ένεκεν μιας έντονης συζήτησης με τον αδερφό της; Έτσι, η θάλασσα έγινε βράχος και επαναπαύτηκε στο να φέρει τις πειραγμένες αύρες άλλων. Έγινε στήριγμα, κολώνα, έτσι για να θυμηθεί την γεύση του αέρα στην πλασματική πραγματικότητα στην οποία την είχαν κλειδώσει. Πέρασε η ώρα και έφυγε από την Κορώνη μισή έχοντας αφήσει ένα κομμάτι της πάνω σε εκείνο το τραπέζι αλλά γεμάτη συναισθήματα. Ζωντανή. Τουλάχιστον είχε καταφέρει να ερμηνεύσει το τι είναι αληθινό-όσο εικονική και αν είναι αυτή η ιδέα. Τώρα τί; Θ’ αναπολεί την βραδιά αυτή ελπίζοντας το αόριστο “Έως ότου” που σχεδόν ορκίστηκαν;

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s