Υδρατμοί…

Η απόλυτη απαξίωση των σκέψεών σου έπεται της διάθεσής σου να εκφράσεις άλλο ένα συναίσθημα με μυρωδιά λειψάνων, κραυγές από κοράκια, νερό και αστείρευτο εγωισμό. Ειδικά το τελευταίο παρεξηγείται πολύ στις μέρες μας. Η συλλογικότητα μας μάρανε όταν έχουμε ήδη αφήσει τον εαυτό μας να πέσει στο βάλτο με τις λάσπες όλων αυτών που μας έμαθαν το σωστό τρόπο να ζούμε στο πανοπτικόν, και δη τη φυλακή που θα μας συνετίσει κρύβοντας την οποιαδήποτε ορμή μας θυμίζει ότι είμαστε άνθρωποι. Πού όμως πηγάζει αυτή η παράνοια; Πηγάζει στο γεγονός ότι μάθαμε τον εαυτό μας να κολυμπάει στο βάλτο και να χαμογελάει όταν το στόμα του μπουκώνει με τις λάσπες, τα αίματα και τον ιδρώτα όσων δεν κατάφεραν να μάθουν να κολυμπούν.

Γιατί υδρατμοί; Γιατί αν και δεν μυρίζουν θάλασσα, ικανοποιούν σαν φθηνό υποκατάστατο την ανάγκη σου να βυθιστείς…να κρατήσεις την αναπνοή σου και να βλέπεις μόνο αποχρώσεις του μπλε…ενώ αυτό αργά σκοτεινιάζει…μέχρι να γίνει παρεμφερές με το μαύρο. Επειδή όμως το κρύο σε ωθεί σε μια στενή και ζεστή μπανιέρα, όταν αυτή η αχαλίνευτη ώθηση μπει σε εφαρμογή αρχίζουν οι σχεδόν αυτόματοι λυκνισμοί λόγω της στιγμιαίας ηρεμίας που σου εξασφαλίζει η θερμότητα και ξάφνου το μόνο που γεμίζει το μυαλό σου είναι εικόνες από το πως το βύθισμά σου θα μπορούσε να πάει λάθος. Γλιστράς και χτυπάς στο κεφάλι σου και φτιάχνεις τον προσωπικό σου βάλτο με το αίμα που ρέει αδιάκοπα. Ξαπλώνεις ανάσκελα, τεντώνεις τα άκρα σου και λούζεσαι από τον κρύο αέρα που ακόμα επικρατεί γύρω από την μπανιέρα…και αφήνεσαι στο κάψιμο του νερού που τρέχει…Ζαλισμένος από τους υδρατμούς, νιώθεις έναν ηλεκτρισμό στο πόδι λόγω μουδιάσματος μιας και δεν μπορείς καν να απλωθείς. Πώς να βυθιστείς με την ησυχία σου όμως; Το καλώδιο του ραδιοφώνου που πλέον παίζει Ανεστόπουλο δεν επιτρέπει στην πόρτα να κλείσει εντελώς και δεν μπορούμε να κόψουμε τη μουσική σ αυτό το σημείο…είναι το μόνο πράγμα που ωθεί τα ‘σύννεφα’ καπνού από το τσιγάρο σου να λυκνιστούν στην κομψή δείνη της φλόγας του μόνου κεριού που είχες να ανάψεις.

Τσιγάρο. Σωστά.

‘Ντύσου καλά…ήρθε ο Βοριάς και είναι φονιάς…’

Όταν ο Μάλαμας, ο Ιωαννίδης και η Αλεξίου ζητάνε από την άδειά τους ζωή να χαμογελάσει λίγο…και οι Πυξ Λαξ μιλάνε για τον έρωτα σαν φωτιά…το μόνο που πραγματικά φαίνεται να έχει νόημα είναι το ‘έγινε η απώλεια συνήθεια μας και ο έρωτας κραυγή’ (Διάφανα Κρίνα) και το ‘ως το τέλος του κόσμου’ του Ανεστόπουλου, του οποίου τους στίχους παρακούς και έτσι στο νού σου το ‘ως το τέλος του κόσμου σ αγαπώ’ ηχεί σαν ‘στο τέλος του κόσμου θα χαθώ…’. Ο άγαρμπος ήλιος του χειμώνα και τα ξεσπάσματα κρύου μαστίζουν τη ραχοκοκκαλιά σου και η μελαγχολία του χειμωνιάτικου ανέλπιδου φωτός ταιριάζει εξαιρετικά με την ανάγκη σου για ανάπαυση – αν και αυτή δεν μυρίζει θανατίλα. Έτσι απλά στη νέα αναζήτησή σου για απαντήσεις αφομοιώνεις καλύτερα το τέλος και τη νοσταλγία, απορροφάς τον απαλό πόνο των ασμάτων…και μαθαίνεις να διαβάζεις τον έρωτα σα θάνατο. Ω τι κατάντια! Σε μια στιγμή, τα λόγια σου ακούγονται σαν υδρατμοί…και εκεί και μόνο θέλεις να σηκωθείς και να συνεχίσεις γιατί δεν έχεις αρκετό βάθος για να χαθείς, όσο βαθύ και αν φαίνεται το πηγάδι σου όταν κοιτάς το φεγγάρι.

Στενάχωρα. Πλέον χλιαρό νερό. Κατάντια. Υδρατμοί….

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s