Κι αν είχα μείνει;

Είναι στιγμές που η μοναξιά γεμίζει το ποτήρι σου σε ένα δωμάτιο ανασφάλειας, ή που η νοσταλγιά του δωματίου αποκτά μια πικρόξινη γεύση λόγω της ανασφάλειας που χύθηκε μια στιγμή στο χαλί αφήνοντας ένα λεκκέ που δεν θα βγεί σύντομα. Σ’ αυτές τις στιγμές σε μια πόλη που δεν κοιτάζει, δεν γνωρίζει, δεν αγαπά…μόνο ζητά, γεννιούνται όπως είναι φυσικό ανάγκες και δημιουργούνται έμμονα καλέσματα στο μυαλό του καθενός. Αν αυτές τις στιγμές βρεις τον εαυτό σου να μην έχει κάποιον να καλύψει το κενό ή γνωρίζεις ότι και αν καλέσεις δεν θα έχεις ανταπόκριση συνειδητοποιείς ότι είσαι μόνος. Άδειος, αφημένος, μη παραγωγικός και απλά μόνος. Και τί ζητάς; Ένα πρόσωπο με ουσία να κρατάει τον αναπτήρα όταν βγάζεις το τσιγάρο. Τότε καταπιάνεσαι από έναν συνοδοιπόρο που σε κάθε φάση που περνάς ένιωθε το ίδιο στο πετσί του χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια…έναν άνθρωπο που δεν έβλεπες συχνά και μάλιστα τώρα καθόλου, με τον οποίο ταιριάξατε στη μαυρίλα σας τόσο πολύ σε σημείο φρίκης. Σκέφτεσαι λοιπόν την τελευταία ανάμνηση μαζί του, τις τελευταίες λέξεις, το φύσημα του καπνού από το στόμα σου, τη στάχτη που δεν κατέληξε στο τασάκι λερώνοντας το πάτωμα…την αγκαλιά του…τη μύτη του στο λαιμό σου όταν προσπαθούσε να αναγνωρίσει το άρωμα που φορούσες και εκείνο το μεθυσμένο χαμόγελο που τον έκανε να πέσει αυθόρμητα στην αγκαλιά σου και να σε κάνει να νιώσεις τόσο ξεχωριστή. Αυτή ήταν μια στιγμή που περίκλειε κενά σε κάθε άγγιγμα μιας και τουλάχιστον από την μεριά σου φοβόσουν να την σπρώξεις, και τόσες σκέψεις και αισθήματα, σε σημείο που σχεδόν φώτιζαν το γκρίζο της ζωής και των δυό σας. Με το χάος να καίει το μυαλό σου και ένα ανεξήγητο ή πλήρως επεξηγήσιμο μειδίαμα στο πρόσωπο, μάζεψες την τσάντα σου και έφυγες νωρίς αφού σιγουρεύτηκες πως κοιμάται. Ενώ δεν είχε γίνει τίποτα το μυαλό σου είχε φτάσει στο απροχώρητο χωρίς την ουσιαστική έγκριση του συνοδοιπόρου, και επειδή αδυνατείς ακόμα να το μαζέψεις, φοβήθηκες ότι το ίδιο θα γινόταν αν οι πράξεις σας αντικατόπτριζαν ακόμα και ένα ίχνος των σκέψεων σου. Μήνες μετά βρίσκεις τον εαυτό σου να παίζει με ένα ‘και αν;’ και να ψάχνει απαντήσεις σε ερωτήσεις που μόνη σου δημιούργησες. Μήνες μετά καθησυχάζεις το ‘και αν;’ με την υπόθεση ότι δεν είναι υγιές να μαγεύεσαι από αυτούς που παίζουν με τις ίδιες σκιές με σένα σε κόσμους τόσο όμοιους…και αυτό πάντα ακολουθείται από ένα περαιτέρω ‘και αν…είναι;’ που σε κάνει απλά να χάσεις την μπάλα. Τώρα κάθε φορά που μιλάτε του πετάς ένα κομμάτι από την ψυχή σου στην προσπάθειά σου να τον δεις και να τον ρωτήσεις στη σιγή σας όλα αυτά που θα ήθελες να ρωτήσεις αν είχες μείνει παραπάνω. Τώρα κάθε φορά επαναλαμβάνεις τη σκηνή στο μυαλό σου και προσπαθείς να σκιαγραφήσεις μια συνέχεια ή καλύτερα μια αρχή…επειδή δεν είχες τα κότσια να το ζήσεις. Γιατί ποτέ δεν έχεις τελικά το θάρρος να τη ζήσεις…απλά μένεις καθισμένη στο παγκάκι παρατηρώντας τις ευκαιρίες να περνούν πιστεύοντας ότι θα τις σπάσεις επειδή φοβάσαι να μην σε σπάσουν. Ίσως και αυτό να ισχύει βέβαια…αλλά δεν θα ήταν καλύτερα να το ξέρεις από το να το υποθέτεις; Δεν είναι πιο υγιές να τρώμε τα μούτρα μας για να φτάσουμε πιο κοντά στον ήλιο από το να κρυβόμαστε σε μια σπηλιά φορώντας γυαλιά ηλίου προσπαθώντας να υποθέσουμε πως θα νιώθαμε αν ο ήλιος άγγιζε το δέρμα μας; Δεν ξέρω…μια φορά πήγα να μάθω αλλά τώρα ο εαυτός του τότε έχει ταφεί με τη στιγμή στην άβυσσο του μυαλού μου και του χρόνου…

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s