Μην με ακουμπάς

Κοιτάζομαι στον καθρέφτη και κινώ το κορμί μου μπρος και πίσω, δεξιά και αριστερά…μέχρι να κουραστώ και να αφήσω τον έλεγχο. Εστιάζω στα μάτια μου και βλέπω την λάμψη τους να αλλοιώνεται όσο πλησιάζω το φως της τουαλέτας και όσο απομακρύνομαι από αυτό. Θα σπάσει. Δεν θα σπάσει; Θα σπάσει το σχοινάκι που με κρατάει σε ένα κόσμο χρωματιστό. Μπορεί να φύγει το μπαλόνι από το χέρι μου. Μπορεί να έχει φύγει ήδη. Και εγώ να είμαι αφημένη να κοιτάω το κενό ενός καθαρού ουρανού. Μπας και γυρίσει το μπαλόνι σε μορφή πεφταστεριού ή δράκου ή νεράιδας. Τα μάτια μου θολώνουν από τις ακτίνες του ηλίου, όπως θολώνουν από το φως της τουαλέτας και με βλέπω κίτρινη στον καθρέπτη. Κίτρινη. Μπλε. Μαύρη. Ίσως λίγο περισσότερο πορτοκαλί από ό,τι συνήθως. Και κινούμαι μπρος και πίσω. Πριν κρατιόμουν από το νεροχύτη…τώρα όχι. Μπορεί να χτυπήσω το κεφάλι μου στο τζάμι…είμαι κοντά αυτή τη φορά. Αλλά αν σπάσει ο καθρέπτης θα με βρίσουν…είναι και τα επτά χρόνια ατυχίας. Επτά; Επτά. Επτά; Ατυχία. Βαβούρα. Το τζάμι θα έσπαγε χωρίς χάρη. Δεν θα είχε καμία μελωδία στο σπάσιμο ή το πέσιμο του. Και μετά είναι και τα θρύψαλα. Ενοχλητικά στο καθάρισμα. Ενοχλητικά και στην ηλεκτρική…θα έκαναν εκείνο το υπόκωφο “χρούτσου” σε μια δίνη ρουφήγματος…ορμής προς τα έσω.

Κ Ο Υ Φ Α Ρ Ι είσαι.

Κ Ο Υ Φ Α Ρ Ι.

Νιώθεις αγγίγματα υγρών δαχτύλων και τρεμάμενων από βρώμικο πόθο να τρίβονται με μανία σε σημεία του δέρματός σου και το μόνο που σκέφτεσαι είναι ότι σε λίγο θα φύγεις, θα τελειώσει και θα κλείσεις το τηλέφωνο να μην σε θέλουν άλλο. Να φύγουν. Θα έφευγαν ούτως ή άλλως. Θα τελειώσουν. Πρέπει να τελειώσουν…να μουδιάσουν και να φύγουν. Αλλά είπαν την αλήθεια. Σε θέλουν. Και μένουν να σου το φωνάζουν και να ζητάνε κι άλλο. Γιατί ποτέ δεν θα γυρίσεις να τους βρίσεις για όλα αυτά που δεν ακούν να τους ψιθυρίζεις. Γιατί δεν τους τα λες. Δεν τους αφορούν. Δεν σε νοιάζει να κάνουν κάτι για αυτά. Θα έκαναν. Αλλά δεν θες. Δεν ήθελες ποτέ να μείνουν. Δεν πρέπει. Τί να τους δώσεις άλλο; Τους έδωσες ένα κουφάρι από όλες τις ψεύτικες εικόνες που δεν είσαι μαζί με κάτι από το μυαλό σου που δεν αντέχουν και θέλουν να καταστρέψουν. Και σε διεκδικούν χωρίς να σε νιώσουν. Και αν κάνεις το λάθος να τους δώσεις λίγη προσοχή επειδή ήσουν κουρασμένη, μένουν. Μπορεί απλά να έκανε κρύο έξω και το κουφάρι σου να τους ζέστανε. Τους μπέρδεψε ίσως το μυαλό σου που αφέθηκε. Και είναι και αυτές οι λέξεις που προφέρεις σωστά. Είναι και εκείνες που βλέπεις ότι θέλεις να ακούσουν. Σε θέλουν γιατί τους παρουσιάζεις τον εαυτό τους όπως είναι χωρίς να τον κρίνεις. Και το βλέπουν σαν αποδοχή και εξιδανίκευση. Αγαπάνε τον εαυτό τους μέσω του χρωματιστού σου κόσμου, αλλά δεν κοιτάνε γύρω από αυτό. Κι αν είναι ζεστό το κουφάρι σου μένουν. Έτσι τους φιλάς μανιωδώς στα μάτια μπας και φύγουν. Αλλάζεις νούμερο, αλλάζεις χώρα, αλλάζεις πρόσωπο και φεύγεις. Και πάλι μένουν περιμένοντας τη μέρα που θα γυρίσεις να τους δώσεις άλλη μια χρωματιστή εκδοχή της ματαιότητάς τους.

featured image: Unsplash | Laura Carrasco Morón | @lauracarrasco

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s